τσιγγάνος

τσιγγάνος
η , ο умеренный в еде

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "τσιγγάνος" в других словарях:

  • Τσιγγάνος — Τσιγγάνος, ο και Τσιγγάνος, ο και Ατσίγγανος, ο θηλ. άνα 1. αυτός που ανήκει στη γνωστή φυλή ινδικής καταγωγής, που περιπλανιέται διασκορπισμένη σε όλη την οικουμένη, Γύφτος, Κατσίβελος. 2. μτφ., άνθρωπος που έχει τις ιδιότητες του Τσιγγάνου,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Τσιγγάνος — ο, θηλ. Τσιγγάνα, Ν στον πληθ. οι Τσιγγάνοι εθνολ. καυκασοειδής λαός με σκουρόχρωμο δέρμα, ο οποίος προέρχεται από τη βόρεια Ινδία, αλλά σήμερα ζει διάσπαρτος σε όλες τις κατοικούμενες περιοχές τού πλανήτη και κυρίως στην Ευρώπη. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • цыган — мн. цыгане, укр. циган, блр. цыган, др. русск. цыгане мн. (Поздняков, 1558 г., 8), ср. болг. ациганинъ (Мi. LР 9), болг. циганин, сербохорв. ци̏ганин. Заимств. через ср. греч. τσίγγανος, стар. ἀτσίγγανος цыган , которое возводится к ср. греч.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • γύφτος — ο, θηλ. γύφτισσα (Μ γύφτος) 1. αθίγγανος, τσιγγάνος 2. σιδεράς 3. γανωτής, χαλκοματάς 4. άνθρωπος πολύ μελαχρινός 5. ρυπαρός, ακάθαρτος, βρομιάρης, ατημέλητος 6. άξεστος 7. τσιγγούνης. [ΕΤΥΜΟΛ. < Αιγύπτιος, με σίγηση τού αρκτικού Αι και τροπή… …   Dictionary of Greek

  • κατσίβελος — ο, θηλ. κατσιβέλα 1. γύφτος, τσιγγάνος 2. άνθρωπος που έχει τις ιδιότητες τών τσιγγάνων, που δεν έχει μόνιμη στέγη 3. βρόμικος, ατημέλητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη < ιταλ. cattiv ello «σκλάβος, δυστυχής». Κατ άλλη άποψη < βλαχ. cacivel < …   Dictionary of Greek

  • μποέμ — (boheme). Γαλλικός όρος που χρησιμοποιείται και σε άλλες γλώσσες για να προσδιορίσει έναν ιδιόρρυθμο τρόπο ζωής, γεμάτο αμεριμνησία, φαντασία, προσωρινότητα και αταξία, χαρακτηριστικά γνωρίσματα μερικών κύκλων καλλιτεχνών και διανοουμένων του… …   Dictionary of Greek

  • ντόρτης — ο γύφτος τής περιοχής τής Ευρυτανίας, τσιγγάνος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < τουρκ. dort «τέσσερα»] …   Dictionary of Greek

  • πρόθεμα — το, ΝΜΑ, πρόθημα Ν [προτίθημι] νεοελλ. φωνήεν που τίθεται στην αρχή ορισμένων λέξεων, χωρίς να σχετίζεται με το θέμα τους, όπως λ.χ. ἀ μείβω, ὄ νομα, ἐ ρετμός στην αρχαία Ελληνική ή α μάχη, α τσίγγανος κ.ά. στη νέα Ελληνική, που αρχίζουν από… …   Dictionary of Greek

  • τουρκόγυφτος — ο, θηλ. τουρκογύφτισσα, η, Ν 1. γύφτος, τσιγγάνος μουσουλμάνος 2. μτφ. άνθρωπος άσχημος και βρόμικος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Τούρκος + γύφτος] …   Dictionary of Greek

  • τσιγγάνικος — η, ο, και τσιγκανικός, ή, ό, Ν [Τσιγγάνος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Τσιγγάνους (α. «τσιγγάνικο βιολί» β. «τσιγγάνικα έθιμα») 2. φρ. «τσιγγάνικη γλώσσα γλώσσα συνδεδεμένη με τις βόρειες ινδοϊρανικές γλώσσες, που ομιλείται και στις… …   Dictionary of Greek

  • τσιγγανάκι — και τσιγκανάκι, το, Ν μικρός τσιγγάνος, παιδί τσιγγάνου …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»